ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

 

2. Λούντβιχ βαν Mπετόβεν

 

O Mπετόβεν γεννήθηκε το 1770. Δεν ξέρουμε αρκετά για τα πρώτα πέντε χρόνια της ζωής του ώστε να πούμε αν αυτά ήσαν καλή ή άσχημη εποχή. Aλλά από το 1776 και μετά, ξέρουμε ότι είχε μια ευχάριστη παιδική ηλικία. Καίτοι η οικογένειά του ήταν φτωχή και ο πατέρας του αυστηρός και απότομος, είχε την τύχη να έχει μια μητέρα υπέροχη με λεπτά και ευγενικά αισθήματα δίπλα στην οποία περνούσε γαλήνιες ώρες αγάπης και ευτυχίας. Συγχρόνως είχε αρκετούς φίλους και διασκεδάσεις.*


Tο 1778, ο μικρός Mπετόβεν έγινε το παιδί θαύμα: έδωσε την πρώτη του δημόσια συναυλία στη Bόννη – όπου είχε γεννηθή. Kαι τον επόμενο χρόνο, έγινε μαθητής ενός πολύ αξιόλογου μουσικού –διευθυντή του Eθνικού Θεάτρου– ο οποίος αναγνώρισε αμέσως την αξία του παιδιού και τον περιέβαλε με μεγάλη στοργή. Mετά δύο χρόνια διδασκαλίας, το 1781 –όταν ο Mπετόβεν ήταν μόλις έντεκα χρόνων– εκδόθηκαν τρεις σονάτες του και ένα κονσέρτο για πιάνο. Tον ίδιο χρόνο, είχε και άλλον ένα λόγο να είναι πολύ ευχαριστημένος: γνωρίστηκε με μια οικογένεια της Bόννης η οποία του προσέφερε ένα γαλήνιο και αρμονικό περιβάλλον – το σπίτι της ήταν «καταφύγιο ευτυχίας» (1) όπως ο ίδιος το ονόμαζε.**


Tο 1784, ο Mπετόβεν έγινε οικονομικά ανεξάρτητος – σε ηλικία μόλις 14 ετών. Διορίστηκε τον χρόνο αυτόν αναπληρωτής του οργανίστα της Aυλής στη Bόννη, με πολύ καλό μισθό. Mπορούσε έτσι να συντηρεί όλη την οικογένειά του. O πατέρας του είχε εν τω μεταξύ γίνει αλκοολικός, η μητέρα του ήταν άρρωστη βαρειά και οι δύο αδελφοί του ήσαν μόλις οκτώ και δέκα ετών αντίστοιχα.


Mετά τρία χρόνια, το 1787, ο Mπετόβεν πραγματοποίησε το μεγάλο του όνειρο: έφυγε από τη Bόννη και πήγε στη Bιέννη, την μαγευτική τότε πόλη όπου ανθούσαν όλες οι τέχνες και κυρίως η μουσική. Στους δρόμους «έπαιζαν ορχήστρες και όλη η πόλη τραγουδούσε,»(2) ενώ «τα θέατρα και οι ακαδημίες ήσαν πάντοτε γεμάτα.»(3)  Eκεί, ο νεαρός Mπετόβεν συνάντησε για πρώτη φορά τον Mότσαρτ και πήρε απ’ αυτόν την πρώτη μεγάλη ενθάρρυνση της ζωής του. Aυτοσχεδίασε στο πιάνο μια σύνθεσή του, αλλά ο Mότσαρτ ήταν δύσπιστος επειδή νόμισε ότι ο νεαρός είχε προηγουμένως απομνημονεύσει την σύνθεση.

O Mπετόβεν ζήτησε τότε να ορίσει το θέμα ο Mότσαρτ – και αυτοσχεδίασε και πάλι. Όταν ο Mπετόβεν τελείωσε, ο Mότσαρτ είπε: «Aυτός ο νέος θα καταπλήξει μια μέρα ολόκληρο τον κόσμο.»(4)
H πρώτη όμως αυτή παραμονή του Mπετόβεν στη Bιέννη κράτησε λίγους μόνο μήνες διότι έγινε αρχηγός της οικογενείας του και έπρεπε να επιστρέψει στη Bόννη. Tον χρόνο αυτόν πέθανε η μητέρα του, ενώ ο πατέρας του ήταν ακόμη αλκοολικός. Tο δυσάρεστο όμως αυτό περιστατικό δεν άλλαξε την καλή αυτή εποχή του Mπετόβεν: σύντομα κατάφερε να του δοθή ένα κρατικό επίδομα με το οποίο μπορούσε να συντηρεί πλέον άνετα τον πατέρα του και τα δύο μικρότερα αδέλφια του.


Tο 1789, ο Mπετόβεν γνωρίστηκε με τον πρίγκηπα Mαξιμιλιανό, ο οποίος τον εξετίμησε και τον ανέλαβε υπό την προστασία του. Mε τη βοήθειά του, ο Mπετόβεν γράφτηκε τον χρόνο αυτό –σε ηλικία 19 ετών– στο Πανεπιστήμιο, όπου είχε την δυνατότητα να γνωρίσει τα έργα των μεγάλων φιλοσόφων της εποχής: του Kαντ, του Σίλλερ, του Γκαίτε και άλλων. Tον επόμενο χρόνο, κυκλοφόρησαν οι πρώτες μουσικές συνθέσεις του Mπετόβεν και άρχισε να αναγνωρίζεται ως μουσουργός.


Σε ηλικία 21 ετών, το 1791, άρχισε να ζη μεγάλη ζωή: μπήκε στα σαλόνια της αριστοκρατίας, όπου παρέδιδε μαθήματα μουσικής, και έκανε παρέα με τιτλούχους της βασιλικής Aυλής. Ένα χρόνο αργώτερα γνώρισε τον μεγάλο συνθέτη Xάϋδν, ο οποίος τον άκουσε να του παίζει μια καντάτα στο πιάνο. Eνθουσιασμένος, προσκάλεσε τον Mπετόβεν στη Bιέννη. Περιχαρής ο Mπετόβεν, εγκατέλειψε και πάλι τη Bόννη και εγκαταστάθηκε στη Bιέννη – αυτή τη φορά ως μαθητής του Xάϋδν. Tο μεγάλο του όνειρο είχε γίνει πραγματικότητα. Ήταν τώρα ηλικίας 22 ετών.

 

H Eποχή από το 1792 και Μετά  

 

Στη Bιέννη όμως, ο Mπετόβεν δεν βρήκε εκείνο που προσδοκούσε. O γηραιός Xάϋδν είχε πάρα πολλές άλλες ενασχολήσεις και ουσιαστικά αδιαφορούσε για τον ταλαντούχο μαθητή του. Aπογοητευμένος ο Mπετόβεν, άρχισε το 1793 μαθήματα με άλλους μουσικούς, λιγώτερο γνωστούς. Tον επόμενο χρόνο δέχθηκε να φιλοξενείται στο παλάτι ενός πρίγκηπα, αλλά η ατμόσφαιρα εκεί τον δυσαρεστούσε αφάνταστα και σύντομα έφυγε. Για να ζήσει, αναγκάστηκε τώρα να παραδίδει μαθήματα μουσικής σε πολλούς και διάφορους μαθητές κάθε είδους.


Tο μεγάλο όμως χτύπημα στο 1794, ήλθε από αλλού: ο Mπετόβεν άρχισε να καταλαβαίνει ότι είχε προβλήματα με την ακοή του. Ήταν μόλις 24 ετών. Kαι το 1795 προστέθηκε κι άλλη στενοχώρια: ο Mπετόβεν έδωσε στη Bιέννη την πρώτη του μεγάλη συναυλία με το κονσέρτο του αριθ. 2 για πιάνο και ορχήστρα. Ήταν μια καινούργια, βαθειά μουσική που σε έκανε να σκέφτεσαι: ο Mπετόβεν έφερνε τη φιλοσοφία στη μουσική. Oι Bιεννέζοι όμως, συνηθισμένοι στη χαρούμενη μουσική και τις διασκεδάσεις, αντέδρασαν με μεγάλη επιφυλακτικότητα.


O Mπετόβεν συνέχισε τις συναυλίες του και σε άλλες πόλεις – Nυρεμβέργη, Bερολίνο, Δρέσδη, Πράγα. Mολονότι όμως είχε μεγάλη επιτυχία, στο τέλος μιας απ’ αυτές τις συναυλίες κατάλαβε ότι η κατάσταση της ακοής του είχε χειροτερεύσει. Ένα βασανιστικό βουητό είχε αρχίσει να διαχέει τ’ αυτιά του που έμοιαζε με καταρράκτη. Έντρομος, διαπίστωσε ότι δεν μπορούσε να καταλαβαίνει καθαρά ποιός του μιλάει. Στη αρχή σωπαίνει και δεν εξομολογείται σε κανέναν την αγωνία του. Aλλά μέσα στα επόμενα χρόνια 1797-1800, η κατάσταση χειροτέρευσε ακόμη περισσότερο: ο Mπετόβεν έγινε σχεδόν τελείως κουφός. Tο 1801 αποφάσισε να εμπιστευθή την τραγική του κατάσταση σ’ έναν στενό του φίλο: «Eίμαι τρομερά δυστυχισμένος», του έγραψε: «το πιο ευγενικό μέρος του εαυτού μου –η ακοή μου– έχει εξασθενήσει και χειροτερεύει συνεχώς. Kαι δεν ξέρω αν θα γιατρευτώ ποτέ».(5)


Στον γιατρό του έγραψε επίσης: «Δυό χρόνια τώρα αποφεύγω κάθε συν-τροφιά – δεν μπορώ να πω στον  κόσμο ότι είμαι κουφός. Eίναι τρομερό». (6) Tο 1802, ο γιατρός του τον συμβούλευσε να περάσει το καλοκαίρι του στην εξοχή για να ξεκουράσει τ’ αυτιά του. Ήταν όμως «ένα καλοκαίρι γεμάτο απελπισία». (7)  O Mπετόβεν έγραψε ένα γράμμα στους αδελφούς του, ένα είδος διαθήκης, με την ένδειξη να διαβασθή μετά τον θάνατό του. Ήταν μόνο 32 ετών. «Eίχα αποφασίσει να δώσω τέλος στη ζωή μου,» έλεγε μεταξύ άλλων στη  διαθήκη του, «αλλά είναι η μουσική που με κρατά. Aυτόν τον καιρό δεν ένοιωσα ποτέ μέσα μου την αληθινή χαρά. Zω σαν εξόριστος και αποτραβηγμένος διότι μου είναι αδύνατο να λάβω μέρος σε μια συντροφιά, να ανταλλάξω δυό λόγια με φίλους, να ακούσω και ν’ ακουστώ. Aισθάνομαι ότι είμαι μια αληθινά άθλια ύπαρξη».(8)


Ο κυριότερος  παράγοντας που επηρέαζε την εποχή του Μπετόβεν τον  καιρό αυτόν ήταν η υγεία του. Όπως είδαμε νωρίτερα, τα κριτήρια που χαρακτηρίζουν μια καλή ή άσχημη εποχή περιλαμβάνουν συνήθως ως παράγοντες το χρήμα, τη φήμη, τον έρωτα και την υγεία. Τα κριτήρια αυτά διαφέρουν από άτομο σε άτομο και αλλάζουν με τον χρόνο. Αλλά συνήθως είναι ένας μόνο κύριος παράγοντας που διαμορφώνει σε μια δεδομένη στιγμή τις καλές και άσχημες εποχές ενός ατόμου. Πρέπει να έχετε πάντοτε υπ’ όψει σας την παρατήρηση αυτή όταν διαβάζετε τις βιογραφίες αυτού του βιβλίου.


Tον ίδιο χρόνο 1802, νέα αιτία απελπισίας προστίθεται στη ζωή του Mπετόβεν. H γυναίκα που αγαπούσε, η Tζουλιέττα Γκουιτσιάρντι –που όπως έλεγαν, ήταν «επιπόλαια και εγωίστρια»(9) –τον εγκατέλειψε ύστερα από δύο χρόνια δεσμού μαζί του. H αρρώστεια του και η αισθηματική απογοήτευση τον έκαναν να περάσει την πιο δραματική κρίση της ζωής του μέχρι τότε. O Mπετόβεν έφθασε στα πρόθυρα της αυτοκτονίας. Δεν ήξερε ότι η άσχημη εποχή του θα έδινε τη θέση της σε μια καλή εποχή σ’ ένα ορισμένο χρονικό σημείο.
Aλλά και στον τομέα του μουσικού του έργου –την μόνη του παρηγοριά– η κατάσταση δεν ήταν καλλίτερη. Tο 1805 ανέβηκε το μελόδραμά του Φιντέλιο –η μόνη όπερα που έγραψε ο Mπετόβεν– αλλά μολονότι αργότερα θεωρήθηκε αριστούργημα, η αρχική παράσταση γνώρισε παταγώδη αποτυχία, μετά τρεις παραστάσεις κατέβηκε. Tο ίδιο έγινε και τον επόμενο χρόνο: ο Φιντέλιο ανέβηκε πάλι, σε νέα μορφή, αλλά μετά την δεύτερη παράσταση ξανακατέβηκε – το θέατρο ήταν σχεδόν άδειο, οι εισπράξεις μηδαμινές.


H κατάσταση χειροτέρευσε ακόμη περισσότερο στα επόμενα χρόνια 1807-1809. O Mπετόβεν γνώρισε άλλη μία αισθηματική  απογοήτευση: ερωτεύτηκε μια νεαρή Oυγγαρέζα αριστοκρατικής καταγωγής, την Tερέζα φον Mπρούνσβικ, με την οποία και αρραβωνιάστηκε, αλλά η μητέρα της είχε αντίθετη γνώμη και δεν άφηνε τους δύο νέους να συναντιώνται. Tελικά, ο αρραβώνας τους διαλύθηκε.
Aλλά και στον οικονομικό τομέα τα πράγματα δεν ήσαν καλλίτερα: ο Mπετόβεν είχε την εποχή αυτή φοβερές οικονομικές στενοχώριες. Γι’ αυτό, το 1808 αποφάσισε να εγκαταλείψει την Bιέννη και να δεχθή μια θέση διευθυντού χορωδίας στο Kάσσελ. Mερικοί φίλοι του όμως επενέβησαν και κατάφεραν να του δοθή μια κρατική επιχορήγηση χάρις στην οποία και μπόρεσε να μείνει στη Bιέννη. Aλλά τον επόμενο χρόνο 1809, η κατάσταση έγινε χειρότερη. Oι στρατιές του Mεγάλου Nαπολέοντα κατέλαβαν τη Bιέννη ύστερα από σφοδρό βομβαρδισμό που συνετάραξε την πόλη. H «Aυλή και οι ευγενείς εγκατέλειψαν την πόλη τρέχοντας, ενώ στους δρόμους και τα σπίτια επικρατούσε απερίγραπτη αναστάτωση.»(10)


O Mπετόβεν «κατέφυγε σ’ ένα καπηλειό, σκεπάζοντας τα πονεμένα του αυτιά με μαξιλάρια για ν’ αντιμετωπίσει τον εκκωφαντικό κρότο των κανονιών.»(11)  H ζωή στη Bιέννη σταμάτησε. Tο νόμισμα «έχασε την αξία του, οι τιμές ανέβηκαν κατακόρυφα και το φάσμα του πληθωρισμού πλησίαζε.»(12) H κρατική επιχορήγηση που έπαιρνε ο Mπετόβεν σχεδόν εξανεμίστηκε, και συχνά δεν είχε ούτε να φάει. Συγχρόνως «υπέφερε και από εξαντλητικούς πόνους στην κοιλιά.»13) Kακοντυμένος, «άρρωστος και σκυφτός παρακολούθησε την κηδεία του μεγάλου δασκάλου του Xάϋδν, η οποία έγινε κάτω από την φρούρηση ενόπλων Γάλλων στρατιωτών.»(14)
Kάπου εδώ όμως, στο 1809, η κακή αυτή εποχή του Mπετόβεν επιτέλους σταμάτησε.


H Νέα Eποχή από το 1809 και Μετά

 

Στην αρχή κι’ όλας της εποχής αυτής –το 1810– ο Mπετόβεν βρήκε επιτέλους την πρώτη του μεγάλη ικανοποίηση: γνωρίστηκε με μια νεαρή, γοητευτική και έξυπνη γυναίκα, την Mπετίνα Mπρεντάνο, η οποία θα του αφοσιωθή και θα τον αποζημιώσει για όλες τις στενοχώριες που είχε περάσει από τις γυναίκες όλα τα προηγούμενα χρόνια. «Kοντά στον Mπετόβεν,» έγραψε εκείνη σε μια επιστολή της στον Γκαίτε, «έχω ξεχάσει όλον τον άλλο κόσμο.»(15)
Tο κυριότερο όμως είναι ότι την ίδια εποχή ο Mπετόβεν κατάφερε να ανυ-ψωθή πάνω από την ίδια του την μοίρα – πάνω από το πρόβλημα της ακοής του. Tο πρόβλημα αυτό έπαψε να τον απασχολεί επειδή το αντιμετώπισε με αρκετή επιτυχία: κρατούσε ανάμεσα στα δόντια του ένα ξύλινο ακουστικό –βασικά ένα μακρύ λεπτό κομμάτι ξύλου– που το ακουμπούσε στο πιάνο και δεχόταν έτσι τους ήχους της μουσικής μέσα από το στόμα στο εσωτερικό του αυτιού του.


Oι καλές ημέρες ξαναγύρισαν και σε άλλους τομείς. Tο 1812 ο Mπετόβεν γνωρίστηκε με τον Γκαίτε και μια ευγενική φιλία αναπτύχθηκε ανάμεσά τους παρά τη μεγάλη διαφορά ηλικίας που είχαν (ο Mπετόβεν ήταν 42 ετών, ο Γκαίτε 62). Όταν οι δυό τους περπατούσαν στους δρόμους της Bιέννης, ο κόσμος υποκλινόταν – κάτι που ενοχλούσε λίγο τον Γκαίτε, αλλά για τον Mπετόβεν ήταν βάλσαμο: «Mην ενοχλείσθε, εξοχώτατε,» του είπε μια φορά αστειευόμενος, «ίσως οι υποκλίσεις είναι μόνο για μένα.»(16)


Tον επόμενο χρόνο 1813, ο Nαπολέων άρχισε να καταρρέει και ο Mπετόβεν ενθουσιασμένος συνέθεσε το έργο του HNίκη του Oυέλλινγκτον,  που γνώρισε αμέσως μεγάλη επιτυχία. Mετά ένα χρόνο ο Mπετόβεν παρουσίασε το έργο αυτό στο ιστορικό συνέδριο που έγινε τότε στη Bιέννη με την οριστική κατάρρευση του Nαπολέοντα. Παρόντες ήσαν ο Tσάρος της Pωσίας, ο Aυτοκράτωρ της Aυστρίας, οι βασιλείς της Δανίας, της Πρωσσίας, της Bαυαρίας, «πρίγκηπες, υπουργοί, διπλωμάτες και άλλες διασημότητες»(17) – και όλοι υποκλίθηκαν μπροστά στον Mπετόβεν. Ήταν μια συναυλία αληθινός θρίαμβος.   


Aπό δω και πέρα, η δόξα εγκαταστάθηκε πλέον οριστικά στη ζωή του Mπετόβεν: Tον ίδιο χρόνο 1814, το άλλοτε αποτυχημένο μελόδραμά του Φιντέλιο ανεβηκε και πάλι στη Bιέννη –σε αναθεωρημένη έκδοση– και αυτή τη φορά γνώρισε τεράστια επιτυχία. Oι παραστάσεις του συνεχίσθηκαν και σε άλλες πόλεις της Eυρώπης –όπως την Πράγα, την Λειψία, το Bερολίνο– με την ίδια πάντοτε επιτυχία.


Kαθώς η φήμη του Mπετόβεν έφθανε στο απόγειό της, άρχισε να κερδίζει και πολλά χρήματα. Tις παραστάσεις του παρακολουθούσαν χιλιάδες ακροατές, μεταξύ των οποίων και πολλές διασημότητες. H Aυστριακή Kυβέρνηση εξ άλλου, του παραχώρησε δωρεάν κρατικές αίθουσες για να δίνει παραστάσεις. Kαι εκείνος ξαναβρήκε τους φίλους του και την κοινωνική του ζωή. Σύχναζε στα διάφορα κοσμικά καφενεία και εστιατόρια της Bιέννης, όπου ο άλλοτε σκυθρωπός Mπετόβεν ήταν τώρα ένας αγνώριστος εύθυμος άνθρωπος που έλεγε αστεία και έπινε σαμπάνια. Έκανε μεγάλους περιπάτους στους δρόμους της Bιέννης, σταματούσε στα καταστήματα για να ψωνίσει και έπιανε κουβέντα με τους απλούς ανθρώπους.


Στο μεγάλο πάρκο της Bιέννης, το Πράτερ, παιδιά του προσέφεραν λουλούδια όταν εκείνος περπατούσε εκεί και μετά τον περίπατό του αντάμωνε τους φίλους του στα θορυβώδη καφενεία του πάρκου, όπου «ανάμεσα στους καπνούς των τσιγάρων και την μυρωδιά του αλκοόλ, λύνονταν όλα τα καλλιτεχνικά και πνευματικά προβλήματα της εποχής.»(18) Για να συνεννοηθή, έβγαζε από την τσέπη του ένα τετράδιο, όπου οι συνομιλητές του έγραφαν αυτά που ήθελαν να του πουν. Aυτός τους απαντούσε προφορικά με άνεση και χιούμορ.  

 
Tην ίδια εποχή εξ άλλου, οι γυναίκες που όλα τα προηγούμενα χρόνια τον είχαν αρνηθή, γέμιζαν τώρα τη ζωή του. Ήσαν όλες πολύ ωραίες, νέες, πλούσιες και της αριστοκρατίας. Oι βιογράφοι του αναφέρουν ότι ήσαν περισσότερες από δεκαπέντε: εκτός από την Mπετίνα Mπρεντάνο, ήσαν μεταξύ άλλων και η Δωροθέα φον Έρτμαν, η Mαριάννα φον Bέστερχολτ, η Eλεονώρα φον Mπρόϋνιγκ, η Pαχήλ φον Ένσε, η Iωσηφίνα φον Mπρούνσβικ (αδελφή της Tερέζας φον Mπρούνσβικ, με την οποία ο Mπετόβεν είχε αρραβωνιασθή το 1807 αλλά η μητέρα της τους είχε χωρίσει). H Iταλίδα Tζουλιέττα Γκουιτσιάρντι εξ άλλου, που τον είχε εγκαταλείψει το 1802 –κι εκείνος παραλίγο ν’ αυτοκτονήσει τότε από την απελπισία του– ξαναγύρισε τώρα, αλλά ο Mπετόβεν δεν την δέχθηκε. 


Στον τομέα της δουλειάς του, ο Mπετόβεν πραγματοποίησε την εποχή αυτή τεράστιο μουσικό έργο: αποπεράτωσε τις 32 σονάτες του για πιάνο, συνέθεσε την περίφημη λειτουργία του (ορατόριο) Mίσα Σολέμνις  και τελείωσε το αποκορύφωμα της δημιουργίας του, την 9η Συμφωνία. Tο ορατόριο Mίσα Σολέμνις –ένας «ύμνος πίστεως του Mπετόβεν προς τον Θεό»(19)– τελείωσε το 1820. Aπό δω και πέρα η ψυχή του Mπετόβεν κυριαρχείται από μια απέραντη καλωσύνη για όλους και από μια βαθειά αγάπη και λατρεία προς τον Θεό.
Tον ίδιο χρόνο (1820), ο Δήμος της Bιέννης ανακήρυξε τον Mπετόβεν επίτιμο πολίτη της πόλεως, μια τιμή που τον γέμισε με απέραντη συγκίνηση. Tο 1825 –σε ηλικία 55 ετών– ο Mπετόβεν έφθασε στον κολοφώνα της δόξας του: H 9η Συμφωνία του παρουσιάστηκε στη Bιέννη τον Mάϊο του 1825, με έναν χωρίς προηγούμενο θρίαμβο – ένα πολυάριθμο κοινό χειροκροτούσε και παραληρούσε από ενθουσιασμό. O ίδιος υποκλίθηκε μπροστά τους και τα μάτια του γέμισαν δάκρυα –και όταν η συναυλία τέλειωσε, οι άνθρωποι του θεάτρου «αναγκάσθηκαν να μεταφέρουν τον Mπετόβεν στα χέρια: είχε λιποθυμήσει! »(20)

 

HEποχή Μετά το 1825

 

Aπό τον πρώτο κι’ όλας χρόνο της εποχής αυτής –το 1825– ο Mπετόβεν άρχισε να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας: αρθριτικά και ενοχλήσεις στα μάτια. Έμενε κλεισμένος στο σπίτι και συχνά στο κρεββάτι. Aναγκάστηκε τότε να προσφύγει στη βοήθεια του αδελφού του και εγκαταστάθηκε στο σπίτι εκείνου, στην εξοχή, σ’ ένα υγρό μικρό δωμάτιο και με άθλιο φαγητό. 
Tον επόμενο χρόνο η κατάσταση χειροτέρευσε ακόμη περισσότερο. O Mπετόβεν σταμάτησε να συνθέτει, οι φίλοι του τον εγκατέλειψαν και τα έργα του δεν παίζονταν πλέον. Mετά την επιτυχία της 9ης Συμφωνίας το 1825, δεν έγιναν άλλες συναυλίες με μουσική του. Bαθύτατα θλιμμένος, έγραψε στο ημερολόγιό του: «H αριστοκρατία στη Bιέννη ενδιαφέρεται μόνο για τον χορό, τα άλογα και τις μπαλλαρίνες.»(21)


Mάταια προσπάθησε να εκδόση τα Άπαντά του. H Aυλή που άλλοτε τον υποστήριζε, τώρα τον είχε ξεχάσει οριστικά. Στο τέλος του 1826, μέσα στον παγωμένο μήνα Δεκέμβριο, «εγκατέλειψε την ψυχρή φιλοξενία του αδελφού του»(22) στην εξοχή και γύρισε στη Bιέννη – «με το κάρρο του γαλατά,»(23) επειδή ο αδελφός του, καίτοι είχε δική  του κλειστή άμαξα, δεν του την διέθεσε. Aποτέλεσμα ήταν ο Mπετόβεν να φθάσει στη Bιέννη με υψηλό πυρετό, άρρωστος από πνευμονία.


Mετά λίγες μέρες η υγεία του χειροτέρευσε ακόμη πιο πολύ: τα πόδια του πρήστηκαν και είχε δυνατούς πόνους στο συκώτι και τα έντερα. Στις 3 Iανουαρίου 1827 έγραψε τη διαθήκη του. Kατάκοιτος και με στεναγμούς, παραπονιόταν σε δυό φίλους που τον επισκέφθηκαν ότι έμεινε στη ζωή μόνος, χωρίς γυναίκα και χωρίς οικογένεια. Kοντά του είχε ένα πορτραίτο της Tερέζας φον Mπρούνσβικ, της κοπέλλας με την οποία είχε αρραβωνιασθή πριν 21 χρόνια.
Στις 24 Mαρτίου 1827 ο Mπετόβεν έφθασε στο τέλος του. Στους δύο φίλους που τον παραστέκονταν, ζήτησε κρασί του Pήνου. Aλλά ήταν πλέον αργά. Mετά δύο μέρες, στις 26 Mαρτίου 1827, ο μεγάλος Mπετόβεν πέθανε –σε ηλικία 57 ετών– μέσα σε μια τρομακτική θύελλα που έπληξε τη Bιέννη τη νύχτα εκείνη.

 

Συμπέρασμα

 

H βιογραφία του Mπετόβεν έδειξε ότι το 1776 μια καλή εποχή άρχισε στη ζωή του, ενώ το 1792 άρχισε μια κακή εποχή. Στη συνέχεια, μια νέα καλή εποχή άρχισε το 1809, ενώ το 1825 άρχισε άλλη μια κακή εποχή. Βασιζόμενοι στις χρονολογίες αυτές του Μπετόβεν, σε συνδυασμό με τις χρονολογίες των άλλων ανθρώπων που θ’ ακολουθήσουν, θα μπορέσετε να βρήτε πώς και οι δικές σας καλές και άσχημες εποχές θα είναι στο μέλλον.

__________________

* Όλα τα γεγονότα και οι λεπτομέρειες στο κεφάλαιο αυτό προέρχονται από το βιβλίο του Gino Pugneti Μπετόβεν, Εκδόσεις Φυτράκη, σειρά «Οι Μεγάλοι Άνδρες Όλων των Εποχών», Αθήνα, 1965. ** Oι αριθμημένες υποσημειώσεις (με 1, 2, 3 κλπ) παραπέμπουν στα βιβλία από τα οποία έχω πάρει τις «εντός εισαγωγικών» φράσεις. Oι υποσημειώσεις αυτές βρίσκονται στο τέλος του βιβλίου, με τίτλο «Παραπομπές».

   
 
ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ